nourishment

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

nourishment (en)

  1. η τροφή
  2. η ενέργεια του ρήματος nourish

Συνώνυμα[επεξεργασία]