Μετάβαση στο περιεχόμενο

nudité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
nudité < λατινική nuditas

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ny.di.te/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
nudité nudités

nudité (fr) θηλυκό