nurse
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| nurse | nurses |
nurse (en)
- (επάγγελμα) η νοσοκόμα/ο νοσοκόμος, η νοσηλεύτρια/ο νοσηλευτής
The nurse changed the patient’s IV after three days.
- Η νοσοκόμα άλλαξε τον καθετήρα φλέβας του ασθενή μετά από τρεις ημέρες.
- (παρωχημένο) η νταντά
- (παρωχημένο) η τροφός, γυναίκα που θηλάζει μωρό που δεν είναι δικό της
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | nurse |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | nurses |
| αόριστος | nursed |
| παθητική μετοχή | nursed |
| ενεργητική μετοχή | nursing |
nurse (en) (μεταβατικό)
- (μεταβατικό) νοσηλεύω, φροντίζω κάποιον άρρωστο
She nursed him back to health.
- Τον φρόντισε κι έγινε καλά.
- (μεταβατικό) νταντεύω, δίνω ιδιαίτερη φροντίδα ή προσοχή σε κάποιον ή κάτι
I nursed him as a baby.
- Τον ντάντεψα μωρό.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) θηλάζω, για γυναίκα ή θηλυκό ζώο, ταΐζω ένα μωρό με γάλα από το στήθος
It is time I nurse the child.
- Είναι ώρα να θηλάσω το παιδί.
- ≈ συνώνυμα: breast feed και suckle
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- nurse (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- nurse (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 592. ISBN 9780194325684., λήμμα: νταντεύω