nutzen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Nutzen

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

nutzen (de)

  1. (αμετάβατο) χρησιμεύω
  2. (μεταβατικό) εκμεταλλεύομαι, κερδίζω κάτι από

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • es nutzt nichts: δεν κάνει τίποτα, δεν χρησιμεύει σε τίποτα
  • was nutzt es?: για ποιο λόγο;

Δείτε επίσης[επεξεργασία]