obesogen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  • παχυγόνο, παχεογόνο, παχυσαρκογόνο
    (όχι ογκογόνο διότι σημαίνει καρκινογόνο)