Μετάβαση στο περιεχόμενο

obligate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός obligate
συγκριτικός more obligate
υπερθετικός most obligate

obligate (en)

ενεστώτας obligate
γ΄ ενικό ενεστώτα obligates
αόριστος obligated
παθητική μετοχή obligated
ενεργητική μετοχή obligating

obligate (en)