obreptice

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
obreptice obreptices

obreptice (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. δόλιος, που αποκτάται με απόκρυψη ενός σημαντικού στοιχείου

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Διαφέρει από το subreptice: « δόλιος, που αποκτάται με ψευδή δήλωση ».

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]