Μετάβαση στο περιεχόμενο

observator

Από Βικιλεξικό

Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

observator (ro) αρσενικό

  1. παρατηρητικός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

observator (ro) αρσενικό

  1. το παρατηρητήριο
  2. ο παρατηρητής