obstruct

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

obstruct (en)

  1. φράζω το δρόμο κάποιου με κάποιο εμπόδιο
  2. (μεταφορικά) εμποδίζω
  3. μπαίνω μπροστά από κάτι και το κρύβω