occupazione

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

occupazione (it)

  1. κατάληψη, κατοχή
  2. απασχόληση (και επάγγελμα)
  3. (νομική) νομή