ocet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔʦ̑ɛt/
ocet 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ocet (pl) αρσενικό

  1. το ξίδι



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ocet (cs) αρσενικό

  1. το ξίδι