oculus

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

oculus (la)


Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

oculus (en)

  1. 3d (τρισδιάστατης απεικόνισης) γυαλιά (συνήθως αδιαφανή σε σχέση με τον εξωτερικό χώρο όμως στο μέλλον θα σχεδιαστούν υβριδικά μοντέλα)
  2. (αρχιτεκτονική) κυκλικό παράθυρο
  3. (οφθαλμολογία) μάτι