odium theologicum
Εμφάνιση
Διαγλωσσικοί όροι (mul)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- odium theologicum (νεότερος λατινογενής όρος) < λατινική odium & theologicum ουδέτερο του theologicus
Έκφραση
[επεξεργασία]odium theologicum (en) ουδέτερο
- (θεολογία, λόγιο) η έχθρα στην αντιπαράθεση στις θεολογικές συζητήσεις μεταξύ θεολόγων
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
odium theologicum στην αγγλική Βικιπαίδεια

- odium philologicum