Μετάβαση στο περιεχόμενο

of course

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
of course <  δείτε τις λέξεις of και course

Έκφραση

[επεξεργασία]

of course (en)

  1. μάλιστα, βέβαια, φυσικά, σίγουρα, χρησιμοποιείται για να τονίσει ότι αυτό που λέω είναι αλήθεια (και course με ανεπίσημο τρόπο)
    παράδειγμα  -“Are you ready?” -“Of course.”
    -«Είστε έτοιμοι;» -«Μάλιστα
    παράδειγμα  -“Will you help me?” -“Of course (I will)!”
    -«Θα με βοηθήσεις;» -«Βεβαίως
    παράδειγμα  Of course we’ll go together.
    Φυσικά θα πάμε μαζί.
    παράδειγμα  -“Will you come?” -“Of course!”
    «Θα έρθεις;» -«Σίγουρα
     συνώνυμα:  δείτε τις λέξεις definitely και yes
  2. χρησιμοποιείται ως ένας ευγενικός τρόπος να δώσω σε κάποιον την άδεια να κάνει κάτι (και course με ανεπίσημο τρόπο)
  3. βέβαια, χρησιμοποιείται ως ένας ευγενικός τρόπος να συμφωνήσω με αυτό που μόλις είπε κάποιος
    παράδειγμα  Of course, with pleasure!
    Βεβαίως, μετά χαράς!
  4. φυσικά, χρησιμοποιείται για να δείξει ότι αυτό που λέω δεν προκαλεί έκπληξη ή είναι γενικά γνωστό ή αποδεκτό
    παράδειγμα  Football players play football, of course.
    Οι ποδοσφαιριστές παίζουν ποδόσφαιρο, φυσικά.
    παράδειγμα  I haven’t eaten all day and of course I’m hungry as a wolf.
    Δεν έχω φάει όλη μέρα και φυσικά πεινάω σαν λύκος.
     συνώνυμα: naturally