officine
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| officine | officines |
officine (fr) θηλυκό
- (παρωχημένο) το εργαστήρι, το μαγαζί
- ο τόπος παρασκευής
| ενικός | πληθυντικός |
| officine | officines |
officine (fr) θηλυκό