Μετάβαση στο περιεχόμενο

officine

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
officine officines

officine (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) το εργαστήρι, το μαγαζί
  2. ο τόπος παρασκευής