offshore

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: off-shore, off shore

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

offshore < άμεσο δάνειο από την αγγλική offshore

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
offshore offshore

offshore (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που βρίσκεται μακριά από τις ακτές, υπεράκτιος
  2. (οικονομία) που δραστηριοποιείται σε χώρα διαφορετική από την δική του για να επωφελείται από καλύτερες φορολογικές, τραπεζικές, κ.α. συνθήκες

Άλλες γραφές[επεξεργασία]