ogół

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔɡuw/
ogół 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ogół (pl) αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. όλον, σύνολο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: ogólny