oignon

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

oignon 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
oignon oignons

oignon (fr) (παραδοσιακή ορθογραφία) και ognon (ορθογραφία του 1990) αρσενικό

  1. κρεμμύδι