oileán

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιρλανδικά γαελικά (ga) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

oileán (ga) αρσενικό