okroŝko
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | okroŝko | okroŝkoj |
| αιτιατική | okroŝkon | okroŝkojn |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /o.ˈkroʃ.ko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : o‐kroŝ‐ko
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]okroŝko (eo)
- (γαστρονομία) η οκρόσκα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- okroŝko στην εσπεράντο Βικιπαίδεια
