Μετάβαση στο περιεχόμενο

oksigen-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
oksigen- < γαλλική oxygène, αγγλική oxygen

oksigen- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: οξυγόνο

Παράγωγα

[επεξεργασία]