olandeză

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

olandeză (ro) θηλυκό

  1. τα ολλανδικά, η ολλανδική γλώσσα