old-fashioned

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

old-fashioned (en)

  1. (για πράγματα) παλιομοδίτικος
  2. (για πρόσωπα) παλιομοδίτης