olen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

olen (fi)

  • είμαι, α' ενικό πρόσωπο του ενεστώτα του ρήματος olla