olivine

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

olivine < olive

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
olivine olivines

olivine (fr) θηλυκό

  1. ημιπολύτιμος λίθος με κιτρινοπράσινο χρώμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: olive