olyf

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αφρικάανς (af) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

olyf (af)

  • ελιά (ο καρπός του ελαιόδεντρου)