Μετάβαση στο περιεχόμενο

omniprésence

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
omniprésence omniprésences

omniprésence (fr) θηλυκό


Συγγενικά

[επεξεργασία]