Μετάβαση στο περιεχόμενο

on call

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
on call <  δείτε τις λέξεις on και call

Έκφραση

[επεξεργασία]

on call (en)

  • (ιδιωματισμός) βρίσκομαι σε επιφυλακή, για γιατρό, αστυνομικό κτλ. που είναι διαθέσιμος για εργασία αν χρειαστεί, ειδικά σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης
    παράδειγμα  The city's hospitals are on call to treat the numerous injured.
    Τα νοσοκομεία της πόλης βρίσκονται σε επιφυλακή για να περιθάλψουν τους πολυάριθμους τραυματίες.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  •  δείτε την έκφραση on standby

Σύνθετα

[επεξεργασία]