on offer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις on και offer

Έκφραση[επεξεργασία]

on offer (en)

  1. σε προσφορά, σε τιμή έκπτωσης
  2. προς πώληση
  3. διαθέσιμος