Μετάβαση στο περιεχόμενο

ondée

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ondée ondées

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ondée (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη onde