online

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

online (en)

  1. (πληροφορική) συνδεδεμένος στο διαδίκτυο
  2. για οτιδήποτε βρίσκεται στο διαδίκτυο
  3. για προγράμματα επεξεργασίας τα οποία δεν απαιτούν εγκατάσταση στην συσκευή μας και τρέχουν διαδικτυακά
  4. (πληροφορική) επιγραμμικός, επί γραμμής [1]
    ※  The online platforms to be covered by the regulation include online market places, online software application stores and/or online social media, as well as online search engines, irrespective of their place of establishment, provided they serve business users that are established within the EU and that they offer goods or services to consumers who are also located within the EU.[2]
    «Στις επιγραμμικές πλατφόρμες που καλύπτει ο κανονισμός περιλαμβάνονται οι επιγραμμικές αγορές, τα επιγραμμικά καταστήματα εφαρμογών λογισμικού και/ή τα επιγραμμικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και οι επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους, με την προϋπόθεση ότι εξυπηρετούν επιχειρηματικούς χρήστες που είναι εγκατεστημένοι εντός της ΕΕ και ότι προσφέρουν προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές που επίσης βρίσκονται εντός της ΕΕ.»[3]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

online (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • online στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια

Αναφορές[επεξεργασία]