Μετάβαση στο περιεχόμενο

open letter

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
open letter <  δείτε τις λέξεις open και letter

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
open letter open letters

open letter (en)

  • η ανοιχτή επιστολή
      Her open letter went viral on the internet.
    Η ανοικτή επιστολή της έγινε viral στο διαδίκτυο.