open letter
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| open letter | open letters |
open letter (en)
- η ανοιχτή επιστολή
- → Her open letter went viral on the internet.
- Η ανοικτή επιστολή της έγινε viral στο διαδίκτυο.
- → Her open letter went viral on the internet.