Μετάβαση στο περιεχόμενο

ophtalmie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ophtalmie ophtalmies

ophtalmie (fr) θηλυκό