Μετάβαση στο περιεχόμενο

opiomane

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
opiomane opiomanes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

opiomane (fr) αρσενικό ή θηλυκό