optimist

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

optimist (ro) αρσενικό

  1. ο οπτιμιστής, ο αισιόδοξος

Κλίση[επεξεργασία]