option

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

option (en)

  1. η επιλογή
  2. (πληροφορική) επιλογή ή όρος που εξειδικεύει εντολή
    ... use IF NOT EXISTS option to create a new table if it does not exist. Attempting to create a table that already exists without using the IF NOT EXISTS option will result in an error.[1]
  3. (επιστήμη υπολογιστών) (command-line option) {[γρ|flag|συνων|en}}

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. (Αγγλικά) SQLite Create Table, πρόσβαση:2020-01-17



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
option options

option (fr) θηλυκό