ordem

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
ordem ordens

ordem (pt) θηλυκό

  1. η τάξη
  2. η διαταγή

Εκφράσεις[]

  • às ordens, meu capitão! - στας διαταγάς σας, λοχαγέ μου!