orgeat
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- η σουμάδα
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| orgeat | orgeats |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]orgeat (fr) αρσενικό
- η σουμάδα
| ενικός | πληθυντικός |
| orgeat | orgeats |
orgeat (fr) αρσενικό