Μετάβαση στο περιεχόμενο

orgeat

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
  1. η σουμάδα

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
orgeat orgeats

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

orgeat (fr) αρσενικό

  1. η σουμάδα