Μετάβαση στο περιεχόμενο

orgiaque

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
orgiaque orgiaques

Επίθετο

[επεξεργασία]

orgiaque (fr) αρσενικό ή θηλυκό