orienté

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό orienté orientés
θηλυκό orientée orientées

orienté (fr)

  1. προσανατολισμένος
  2. (μεταφορικά) που εμφανίζει μια ιδεολογική τάση
    un livre d'histoire fortement orienté - ένα βιβλίο ιστορίας που εκφράζει μια έντονη ιδεολογική τάση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]