orienteur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
orienteur orienteurs

orienteur (fr) αρσενικό

  1. (τεχνολογία) όργανο που επιτρέπει την ανάγνωση του προσανατολισμού ενός τόπου
  2. (στρατιωτικός όρος) officier orienteur - αξιωματικός που διευθύνει τις κινήσεις μιας ομάδας
  3. orienteur (professionnel) - σύμβουλος για τον επαγγελματικό ή παιδαγωγικό προσανατολισμό


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]