orilla

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
orilla orillas

orilla (es)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • a la orilla de: στην άκρη του/της