Μετάβαση στο περιεχόμενο

oronge

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
oronge oronges

oronge (fr) θηλυκό