Μετάβαση στο περιεχόμενο

orphéoniste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
orphéoniste orphéonistes

orphéoniste (fr) αρσενικό ή θηλυκό