orthogonal
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]orthogonal (en)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | orthogonal | orthogonaux |
| θηλυκό | orthogonale | orthogonales |
Επίθετο
[επεξεργασία]orthogonal (fr)