Μετάβαση στο περιεχόμενο

orthophoniste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
orthophoniste orthophonistes

orthophoniste (fr) αρσενικό ή θηλυκό


Συγγενικά

[επεξεργασία]