out of commission
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- out of commission < → δείτε τις λέξεις out, of και commission
Έκφραση
[επεξεργασία]out of commission (en)
- (ιδιωματισμός) εκτός λειτουργίας
Several of the airline's planes are temporarily out of commission and undergoing safety checks.
- Πολλά από τα αεροπλάνα της αεροπορικής εταιρείας είναι προσωρινά εκτός λειτουργίας και υποβάλλονται σε έλεγχο ασφαλείας.