Μετάβαση στο περιεχόμενο

out of commission

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
out of commission <  δείτε τις λέξεις out, of και commission

Έκφραση

[επεξεργασία]

out of commission (en)

  • (ιδιωματισμός) εκτός λειτουργίας
    παράδειγμα  Several of the airline's planes are temporarily out of commission and undergoing safety checks.
    Πολλά από τα αεροπλάνα της αεροπορικής εταιρείας είναι προσωρινά εκτός λειτουργίας και υποβάλλονται σε έλεγχο ασφαλείας.