out of season
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]out of season (en)
- (ιδιωματισμός) εκτός εποχής
He has this obsession with buying fruits/vegetables out of season.
- Έχει τη μανία να ψωνίζει φρούτα/λαχανικά εκτός εποχής.