Μετάβαση στο περιεχόμενο

overcharge

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
overcharge < over- + charge
ενεστώτας overcharge
γ΄ ενικό ενεστώτα overcharges
αόριστος overcharged
παθητική μετοχή overcharged
ενεργητική μετοχή overcharging

overcharge (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)

  • χρεώνω κάποιον παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε, υπερχρεώνω
    παράδειγμα  They overcharged us for the meal.
    Μας χρέωσαν παραπάνω για το φαγητό.
    παράδειγμα  This store always overcharges for its products.
    Αυτό το κατάστημα πάντα υπερχρεώνει τα προϊόντα του (=τα πουλάει πιο ακριβά απ’ όσο πρέπει).

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]