overcharge
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | overcharge |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | overcharges |
| αόριστος | overcharged |
| παθητική μετοχή | overcharged |
| ενεργητική μετοχή | overcharging |
overcharge (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)
- χρεώνω κάποιον παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε, υπερχρεώνω
They overcharged us for the meal.
- Μας χρέωσαν παραπάνω για το φαγητό.
This store always overcharges for its products.
- Αυτό το κατάστημα πάντα υπερχρεώνει τα προϊόντα του (=τα πουλάει πιο ακριβά απ’ όσο πρέπει).