overfall
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| overfall | overfalls |
overfall (en) με ή χωρίς πληθυντικό
- υπερχείλιση, σημείο υπερχείλισης και διαρροής
| ενικός | πληθυντικός |
| overfall | overfalls |
overfall (en) με ή χωρίς πληθυντικό